ἑρμίν

ἑρμίν (Hdn.Gr.2.431) or [full] ἑρμίς (Philem. 226), ῖνος, ,=ἕρμα,
A bedpost, Od.8.278,23.198, Herod.3.16.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ερμίν — ἑρμίν, ῑνος και ἑρμίς, ῑνος, ο (Α) [έρμα] το στήριγμα τού κρεβατιού, το πόδι τού κρεβατιού, το στρίποδο …   Dictionary of Greek

  • Ἑρμῖν' — Ἑρμῖνε , Ἑρμῖνος masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρμῖν' — ἑρμῖνα , ἑρμίς bedpost masc acc sg ἑρμῖνι , ἑρμίς bedpost masc dat sg ἑρμῖνε , ἑρμίς bedpost masc nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρμίν — ἑρμίς bedpost masc acc sg ἑρμί̱ν , ἑρμίς bedpost masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έρμα — το (AM ἕρμα) πρόσθετο βάρος το οποίο τοποθετείται στο κύτος πλοίου ή λέμβου για να αυξήσει την ευστάθειά τους, η σαβούρα νεοελλ. 1. πρόσθετο βάρος, το οποίο τοποθετείται στη λέμβο αερόστατου, για να ρυθμίζεται η ανύψωσή του 2. στρώμα από σκύρα,… …   Dictionary of Greek

  • σταμίνα — η / σταμίν, ῑνος, ΝΑ νεοελλ. καθένα από τα ορθά ξύλινα ή σιδερένια τεμάχια που συγκρατούν τα σκέλη τών νομέων στον σκελετό τού σκάφους, κν. σκαρμός τής πόστας αρχ. 1. καθένα από τα ορθά ξύλα στα πλάγια τού πλοίου που ξεκινούν από την τρόπιδα και… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.